Πάρω

Πάρω
Πάρος
Paros
fem nom/voc/acc dual
Πάρος
Paros
fem gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • παρῶ — πάρειμι 1 sum pres subj act 1st sg (attic epic doric) παρίημι let fall at the side aor subj act 1st sg παρίημι let fall at the side aor subj act 1st sg παρόω pres subj act 1st sg παρόω pres ind act 1st sg πείρω pierce aor subj pass 1st sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάρω — παρόω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) παρόω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάρῳ — Πάρος Paros fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάρωι — Πάρῳ , Πάρος Paros fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτώ — ( έω) (Α αἰτῶ) 1. ζητώ να πάρω κάτι, γυρεύω, παρακαλώ 2. (παθ. για πράγματα) ζητούμαι* νεοελλ. διατυπώνω, υποβάλω αίτηση γραπτή ή προφορική αρχ. Ι. ενεργ. 1. προβάλλω την αξίωση, απαιτώ κάτι 2. ζητώ από κάποιον να κάνει κάτι 3. επιθυμώ, ποθώ 4.… …   Dictionary of Greek

  • μέτρο — Υπόγειος ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεγάλη ταχύτητα μεταφοράς, την πυκνότητα των σταθμών ανάμεσα στην αφετηρία και στο τέρμα (500 1000μ.) καθώς και την αξιοπιστία ως μέσο μεταφοράς. Οι σιδηροδρομικές… …   Dictionary of Greek

  • πηρός — ά, όν, Α 1. αυτός που έχει ακρωτηριασμένο ένα μέλος τού σώματός του, ανάπηρος, σακάτης («πηρὸς ὁ μὲν γυίοις, ὁ δ ἄρ ὄμμασι», Ανθ. Παλ.) 2. συνεκδ. ο πνευματικά ανάπηρος, ο διανοητικά ελαττωματικός, κουτός («ἀμβλεῑς καὶ πηροὶ», Φίλ.) 3. (για… …   Dictionary of Greek

  • λιπαρῶ — λῑπαρῶ , λιπαρέω persist pres subj act 1st sg (attic epic doric) λῑπαρῶ , λιπαρέω persist pres ind act 1st sg (attic epic doric) λιπαρός oily masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσλιπαρῶ — προσλιπαρέω keep close to pres subj act 1st sg (attic epic doric) προσλιπαρέω keep close to pres ind act 1st sg (attic epic doric) προσλῑπαρῶ , προσλιπαρέω keep close to pres subj act 1st sg (attic epic doric) προσλῑπαρῶ , προσλιπαρέω keep… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”